oca

  • n.Crenate-oxalis acetosella
  • WebΤο OCA (Ολυμπιακό Συμβούλιο της Ασίας), οπτικό τσιμέντου (οπτικό σαφές συγκολλητικό)? Οργάνωση των κινεζικών Αμερικανών (την οργάνωση των Αμερικανών κινεζική)
n.
1.
ένα βρώσιμα κονδύλων με λευκή σάρκα
2.
ένα θαμνώδες φυτό του οποίου εδώδιμους κόνδυλούς είναι oca.
Ευρώπη >> Ισπανία >> OCA
Europe >> Spain >> Oca