fishing

Προφορά της λέξης:  US [ˈfɪʃɪŋ] UK ['fɪʃɪŋ]
  • n.Ψάρεμα, αλιεία βιομηχανία (ή δραστηριότητα)
  • v."Τα ψάρια," η μετοχή ενεστώτα
  • WebΑλιεία που αλιεύουν, δηλ. το τέλος της αλιείας
n.
1.
το άθλημα ή την επιχείρησή της αλίευσης ψαριών
v.
1.
Η μετοχή ενεστώτα των ψαριών